Πέναλτι, η ιστορία της λέξης

Τέλος πάντων, σε ένα τεύχος ο σωτήρας της γλώσσας τα έβαλε με τον τηλεδιαιτητή Βαρούχα και του έσουρε τα εξής:

Λέξη «μπέναλντι» δεν υπάρχει, κύριε Βαρούχα. Εντάξει, γελάσαμε, ξαναγελάσαμε, αλλά φτάνει πια. Αλλάξτε το, επιτέλους, έχει καταντήσει ολίγον αηδιαστικό, δεν νομίζετε; Αν δεν μπορείτε, πείτε στο ίδρυμα να σας πληρώσει μαθήματα ορθοφωνίας, γιατί σύντομα μ’ εσάς θα ξεχάσουμε όσα μάθαμε στα σχολεία.

Εντάξει, πάνω στον οίστρο του συγχωρείται κανείς να πει και καμιά υπερβολή (πότε διδασκόταν άραγε η λέξη πέναλτι στα σχολεία;) αλλά  εγώ από την πλευρά μου το βρίσκω ενοχλητικά αριστοκρατικό να θεωρείται «αηδιαστικός» ένας λαϊκός τύπος.

Πάντως, όταν εγώ πήγαινα σχολείο, προφανώς όχι στο ίδιο με τον αριστοκράτη συντάκτη, μπέναλτι το λέγαμε συνήθως το πέναλτι –όχι όμως μέσα στην τάξη, απέξω, στην αυλή, που παίζαμε μπάλα με το καπάκι της πορτοκαλάδας και βέβαια πέναλτι δεν δινόταν για ανατροπή αλλά μόνο στα τρία κόρνερ. Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μου, ούτε η λαθοθηρία του μημουάπτου συντάκτη. Αφορμή πήρα, για να αφηγηθώ την ιστορία της λέξης.

Διότι μου έστειλε ηλεμήνυμα ένας φίλος, με αφορμή το κείμενο του λαθοθήρα, και με ρώτησε από πού βγήκε η λέξη.

Λοιπόν, η λέξη πέναλτι είναι αγγλικό δάνειο: penalty. Όπως όλα τα δάνεια, υπάρχει και επίσημη ελληνική ονομασία, θεσμική να πούμε, στην καθαρεύουσα και είναι «επανορθωτικό λάκτισμα», αλλά αυτό είναι αμφίβολο αν το χρησιμοποιεί κανείς πια σήμερα.

Μάλιστα, σε ένα άρθρο που μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ, φίλος των σελίδων γράφει χαρακτηριστικά:

Η χούντα είχε λανσάρει μια εκστρατεία για την εξάλειψη των ξενόγλωσσων όρων απ’ το ποδόσφαιρο, π.χ. το πέναλτι (ή το φάουλ;) είχε γίνει “επανορθωτικόν λάκτισμα”, το κόρνερ “γωνιακόν λάκτισμα” κοκ. Οπότε, οι σπίκερ μιλούσαν έτσι, για κάποιο διάστημα – προς μεγάλη απελπισία των φιλάθλων. Θυμάμαι, μια παρέα σ’ ένα καφενείο που χτυπιόντανε, ενώ άκουγαν κάποιο ντέρμπι στο ραδιόφωνο, επειδή δεν μπορούσαν να καταλάβουν αν ο διαιτητής έδωσε φάουλ ή πέναλτι.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα δυο μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας, του Μπαμπινιώτη και του ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, δεν αναφέρουν καν τον όρο «επανορθωτικό λάκτισμα», ούτε σε άλλο λήμμα ούτε στην επεξήγηση του λήμματος ‘πέναλτι’. Σας αφήνω να κρίνετε αν η μη αναφορά είναι λεξικογραφική παράλειψη ή τρανταχτή απόδειξη της ματαιότητας του ζορ-ζορνά εξελληνισμού.

Εξελληνισμού δια της γαλλικής βεβαίως, διότι το «επανορθωτικόν λάκτισμα» δεν είναι παρά πιστή μεταφορά (μεταφραστικό δάνειο δηλαδή) του γαλλικού όρου, που «είναι» coup de pied de reparation, που σημαίνει το ίδιο ακριβώς. Τη λέξη είναι την έβαλα πριν σε εισαγωγικά, διότι και στα γαλλικά ο όρος δεν πολυχρησιμοποιείται, μόνο στα θεσμικά κείμενα –άσε που, μέχρι να προφέρεις τέτοιον σιδερόδρομο το πέναλτι έχει εκτελεστεί και έχει μπει γκολ.

Όλοι σχεδόν ξέρουμε ότι εκτός από τα πέναλτι που δίνονται όταν γίνεται παράβαση μέσα στη μεγάλη περιοχή, υπάρχουν και τα πέναλτι που εκτελούν οι δυο ομάδες μετά την παράταση, σαν τρόπος για να αναδειχτεί ο νικητής, καταρχήν από πέντε η καθεμία. Ίσως λιγότεροι ξέρουν ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα σε αυτά τα πέναλτι και στα άλλα που δίνονται στην κανονική ροή του αγώνα. Η διαφορά είναι ότι στα κανονικά πέναλτι η φάση συνεχίζεται ύστερα από απόκρουση του τερματοφύλακα, οπότε μπορεί να μπει γκολ σε δεύτερο χρόνο. Στα πέναλτι της διαδικασίας μετά την παράταση, η φάση δεν συνεχίζεται· αν αποκρούσει ο τερματοφύλακας, το πέναλτι έχει χαθεί. Οι Γάλλοι, αν και δεν αναβαπτίζονται σε τρισχιλιετή νάματα, έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τη διάκριση γιατί χρησιμοποιούν διαφορετικό όρο: τα έκτακτα πέναλτι τα λένε tirs au but (κατά λέξη, σουτ προς το τέρμα), ενώ τα κανονικά τα λένε penalty (ή με το θεσμικό μακρινάρι που είδαμε πιο πάνω).

polwn

Πολλά είπα, αλλά την ιστορία της λέξης μόλις που την άγγιξα. Λοιπόν, η λέξη πέναλτι έχει απώτερη αρχή ελληνική, επομένως μπορεί να θεωρηθεί αντιδάνειο. Από ποια ελληνική λέξη όμως κατάγεται;

Αν σκεφτούμε ότι το πέναλτι αποκαλείται, κάπως πομπωδώς, ‘η εσχάτη των ποινών’ στην ποδοσφαιρική ορολογία, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει που έχει την (απώτερη) καταγωγή στο ελλ. ποινή. Η ελληνική λέξη σήμαινε αρχικά την τιμή του αίματος, την εκδίκηση για έγκλημα που διαπράχθηκε. Περνάει στα λατινικά ως poena (πράγμα που μας κάνει να σκεφτούμε ότι ο δανεισμός έγινε από δωρικό τύπο, ποινά) όπου η σημασία της διευρύνεται: αφενός σημαίνει ‘πρόστιμο’ και ‘τιμωρία’ και αφετέρου ‘πόνος, λύπη, βάσανα’. Στην αυτοκρατορική εποχή έχουμε το παράγωγο poenalis, ‘ποινικός’, και το μεσαιωνικό λατινικό ουσιαστικό poenalitas ‘τιμωρία, πρόστιμο’. Από εκεί η λέξη περνάει μεταξύ άλλων στα αγγλικά, με δύο μορφές, ως penality και ως penalty, από τις οποίες η δεύτερη τελικά επικράτησε και από τα τέλη του 19ου αιώνα μπαίνει στη νεοεμφανιζόμενη ποδοσφαιρική ορολογία και υιοθετείται στα ελληνικά, αν και φυσικά στην επίσημη ορολογία ονομάζεται όπως είπαμε «επανορθωτικό λάκτισμα».

Να σημειώσω ότι στα ευφυέστατα Κωμικογραφήματα, μια μέθοδο διδασκαλίας της αρχαίας με χαριτωμένους αναχρονισμούς, το πέναλτι «μεταφράζεται» από τον Χρ. Δάλκο στα αρχαία ως ποινάλτη, ίσως για να θυμίσει και την προφορά της λέξης στα γήπεδα που συχνά ήταν «πενάλτι» ή «μπενάλτι».

Πριν κλείσω, να πω ότι καθώς η λέξη poena είχε διευρύνει τόσο πολύ τις σημασίες της, οι παράγωγες λέξεις στις ρωμανικές γλώσσες έχουν συχνά εξίσου πλατύ πεδίο, ας πούμε το γαλλικό peine που σημαίνει και την ποινή και τον πόνο, ενώ στο αγγλικό pain η σημασία της ποινής υπάρχει αλλά είναι απαρχαιωμένη.

Η διαδρομή του αντιδανείου δηλαδή είναι: ποινή > poena > poenalis, poenalitas > αγγλ. penality, penalty > πέναλτι.

Το πέναλτι μπορεί να είναι πεντακάθαρο, καταφανές, καθαρό, αυστηρό, αμφισβητούμενο, μαϊμού, πέτσινο, μουσαντένιο, ανύπαρκτο, παραμυθένιο. Ίσως είναι εντύπωσή μου, αλλά περισσότερα επίθετα έχουμε που να χαρακτηρίζουν το ανύπαρκτο πέναλτι που δόθηκε, παρά το υπαρκτό. Πεναλτάκιας είναι ο διαιτητής που σφυρίζει εύκολα πέναλτι. Σύμφωνα όμως με το slang.gr, “πεναλτάκιας” είναι αυτός που συχνάζει σε ξενοδοχεία ημιδιαμονής, τα οποία ονομάζονται, λέει, “πεναλτάδικα” -δεν το ήξερα, ομολογώ. Πέναλτι λέγαμε εμείς στην ξερή όταν μείνει ένα φύλλο σου κάτω ενώ μοιράζονται καινούργια φύλλα, οπότε ο αντίπαλος έχει την ευκαιρία να κάνει ξερή.

Αλλά να γυρίσω στο μπέναλντιμπέναλτι όπως το λέγαμε εμείς ή μπενάλτι όπως το λένε άλλοι). Θα ρωτήσει κανείς, για ποιο λόγο «ηχηροποιήθηκε» (έτσι το λένε αυτό το φαινόμενο) το αρχικό σύμφωνο και από –π- έγινε –μπ-. Η τροπή αυτή είναι συχνότατη, συνήθως όμως σε αρσενικά και θηλυκά, διότι εκεί υπάρχει άρθρο που τελειώνει σε ν, π.χ. την πιστόλα > τημπιστόλα > τη μπιστόλα. Σύμφωνα με το λεξικό Τριανταφυλλίδη, κατ’ αναλογία με παρόμοιους τύπους έγινε κι εδώ η ηχηροποίηση, παρόλο που το πέναλτι, ως ουδέτερο, δεν έχει άρθρο σε ν.

Το ενδιαφέρον είναι, πάντως, ότι το λεξικό Τριανταφυλλίδη (ή Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής) έχει τη λεξικογραφική εντιμότητα να καταγράψει τον υπαρκτό τύπο «μπέναλτι», προσθέτοντας την επισήμανση ότι χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο. Ευτυχώς, γιατί ο λεξικογράφος πρέπει να καταγράφει κι όχι να εξωραΐζει.

Πηγή : www.sarantakos.wordpress.com

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *